Recherche avancée

Athènes > Πληροφορίες για το Λουξεμβούργο > Η ιστορία του τόπου >

Η ιστορία του τόπου

Η ιστορία του Μεγάλου Δουκάτου ανάγεται στο έτος 963 όταν ο κόμης των Αρδενών Ζίγκφριντ, ιδρυτής του Οίκου του Λουξεμβούργου, κατακτά το βράχο Μποκ, περιοχή που βρίσκεται στην καρδιά της σημερινής πρωτεύουσας. Εκεί, πάνω στα ερείπια ενός ρωμαϊκού πύργου που ονομαζόταν Lucilinburhuc, χτίζει ένα κάστρο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια πόλη-οχυρό.

 

Δυναστείες και επιδιώξεις

Ήδη πολλοί εποφθαλμιούν τον τόπο για τη στρατηγική του θέση και το μέλλον του Οίκου του Λουξεμβούργου διαγράφεται λαμπρό. Θα δώσει τέσσερις αυτοκράτορες στη Γερμανική Αυτοκρατορία, τέσσερις βασιλείς στη Βοημία, έναν βασιλιά στην Ουγγαρία και πολλούς εκλέκτορες πρίγκιπες. Το 1437, απουσία διαδόχου, τα κράτη του Λουξεμβούργου εισέρχονται σε μακρά περίοδο διοίκησης από ξένους ηγεμόνες προερχόμενους από τη δυναστεία των Αψβούργων, η οποία θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Το οχυρό του Λουξεμβούργου, επονομαζόμενο «Γιβραλτάρ του βορρά» γίνεται αντικείμενο συνεχών αιματηρών αγώνων μεταξύ των Βουρβόνων, των Ισπανών, των Αυστριακών, των Πρώσων και των Γάλλων. Επαρχία των ισπανικών Κάτω Χωρών, κατακτήθηκε από τον Λουδοβίκο ΙΔ’ και προσαρτήθηκε έπειτα στην Επαρχία των Γαλλικών Δασών («Département des forêts français») κατά τη Γαλλική Επανάσταση (1789). Η περιοχή πολιορκήθηκε και καταστράφηκε, διαμελίστηκε και ανοικοδομήθηκε είκοσι φορές περίπου σε διάστημα τεσσάρων αιώνων.

 

Η δημιουργία ενός κράτους

Το Λουξεμβούργο, το οποίο ανακηρύχθηκε Μεγάλο Δουκάτο το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης, αποκτά την ανεξαρτησία του το 1839 (Συνθήκη Λονδίνου). Αποκομμένο από τη βελγική «συνοίκηση» του, λαμβάνει τη σημερινή εδαφική του μορφή. Η βασιλεία του Γουλιέλμου Α’ από τον Οίκο Οράγγης-Νασάου (1815-1840) σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής: η συνειδητοποίηση της εθνικής ταυτότητας και η θέσπιση ενός δημοκρατικού καθεστώτος οδηγούν σταδιακά σε μια ανεξαρτησία που γίνεται πιο αισθητή στην εξωτερική πολιτική. Το 1867, στο Λονδίνο, το Μεγάλο Δουκάτο αποκτά, υπό τη συλλογική εγγύηση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, καθεστώς ουδέτερου κράτους.

 

Η οικονομική ένωση

Με καθορισμένα σύνορα και πεπεισμένη για την απαραίτητη οικονομική ενοποίηση με ευρύτερες αγορές, η χώρα προχωρεί στη γερμανική οικονομική συνομοσπονδία του Zollverein από το 1842. Οι εμπορικές σχέσεις αποδεικνύονται πολύ επικερδείς για το Μεγάλο Δουκάτο του Γουλιέλμου Β’ που σπεύδει να ανανεώσει τη συνθήκη της τελωνειακής ένωσης το 1846.

 

Η ανάδυση μιας βιομηχανικής δύναμης

Τη δεκαετία του 1840 ανακαλύπτεται μια τεράστια φλέβα σιδήρομεταλλεύματος, η οποία εκτείνεται από τα βόρεια της Λωραίνης έως τα νότια του Λουξεμβούργου. Η πόλη Ες-Σουρ-Αλζέτ (Esch-sur-Alzette) γίνεται το λίκνο της βιομηχανικής λεκάνης του Μεγάλου Δουκάτου. Από τη δεκαετία του 1870, το Λουξεμβούργο εντάσσεται σε ένα πανίσχυρο σιδηροβιομηχανικό συγκρότημα που απαρτίζεται από το τρίγωνο Σαρ-Λωραίνης-Λουξεμβούργου (Sarre-Lorraine-Luxembourg). Στο Λουξεμβούργο, στην περιοχή που ονομάζεται « Λα Μινέτ » (la Minette), η ανάπτυξη είναι τέτοια, ώστε τις παραμονές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, αυτή η περιοχή βρίσκεται αναλογικά με το μέγεθός της, στην πρώτη θέση της παγκόσμιας σιδηρομεταλλευτικής παραγωγής. Η ARBED (Aciéries Réunies de Burbach, Eich et Dudelange / Ενωμένα Χαλυβουργεία της Μπουρμπάχ, Άιχ και Ντουντελάνζ), που ιδρύθηκε το 1911, ελέγχει ήδη το 31% της παραγωγής το 1913.

 

Η καμπή του πολέμου

Από το 1918, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αποχωρεί από το Zollverein. Στα δύσκολα χρόνια που ακολουθούν, στρέφεται ανεπιτυχώς προς τη Γαλλία και κατόπιν προς το Βέλγιο με το οποίο συνάπτει το 1921 τη σύμβαση Οικονομικής Ένωσης Βελγίου-Λουξεμβούργου (UEBL). Την οικονομική ύφεση της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου ακολουθεί περίοδος ευημερίας.

 

Τα μεταναστευτικά ρεύματα του πληθυσμού

Το αξιοσημείωτο φαινόμενο που συνοδεύει αυτή την εξέλιξη είναι οι βαθιές μεταβολές στον ενεργό πληθυσμό της χώρας. Πράγματι, οι μεταλλευτικές μονάδες και τα εργοστάσια δεν προσελκύουν καθόλου τον αγροτικό πληθυσμό του Λουξεμβούργου. Προτιμούν να εγκαταλείψουν την φτωχή γεωργική τους ενασχόληση παρά να κατεβούν στα μεταλλεία: το μεταναστευτικό κύμα που τους παρασύρει προς τη Γαλλία και την Αμερική εντείνεται σημαντικά. Παράλληλα, το εργατικό δυναμικό που είναι απαραίτητο για την εκβιομηχάνιση προέρχεται από τη Γερμανία (1868-1939) σε πρώτη φάση και ακολούθως από την Ιταλία (1892-1970). Μεταξύ 1908 και 1913, Ιταλοί και Γερμανοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% του εργατικού δυναμικού στις βιομηχανίες σιδήρου και μεταλλουργίας.

 

Η περίοδος του μεσοπολέμου

Από το 1930, η διεθνής οικονομική κρίση χτυπά ανελέητα τον τομέα της απασχόλησης: τα δύο τρίτα των ξένων εργατών χάνουν τη δουλειά τους. Η βιομηχανική παραγωγή παρουσιάζει διακυμάνσεις, παρά την κατανομή της παραγωγής που προσδιόρισε η Διεθνής Κοινοπραξία Χάλυβα («Entente internationale de l’acier») το 1926.

 

 

Οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο

Ο μη σεβασμός της ουδετερότητας του Μεγάλου Δουκάτου από τις αρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου συνιστά βαθύ πλήγμα καταδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητα αυτού του καθεστώτος, το οποίο είχε ήδη απαξιωθεί από το 1914. Με το τέλος του πολέμου, το Λουξεμβούργο της Μεγάλης Δούκισσας Καρλότας αισθάνεται την ανάγκη ηθικής, οικονομικής και πολιτικής ανανέωσης. Μεταξύ των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής, την οποία παραδοσιακά απασχολούσε η ασφάλεια της χώρας, οι ανάγκες ανάπτυξης της διεθνούς συνεργασίας και της ένταξης στις μεγάλες αγορές καθίστανται περισσότερο επιτακτικές. Στις 26 Ιουνίου 1945, το Λουξεμβούργο υπογράφει τη χάρτα του Σαν Φρανσίσκο και γίνεται ιδρυτικό μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το Σύνταγμα αναθεωρείται το 1948 και αίρεται η ουδετερότητα του έθνους που αναφερόταν στο πρώτο άρθρο. Ένα χρόνο αργότερα, το Λουξεμβούργο προσχωρεί στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα

Το Λουξεμβούργο γίνεται ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ, 1951, Συνθήκη Παρισιού), της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ, 1957, Συνθήκες Ρώμης) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ, 1957). Το 1952, η πόλη του Λουξεμβούργου γίνεται η προσωρινή έδρα της ΕΚΑΧ και έτσι η πρώτη πρωτεύουσα της Ευρώπης. Όταν το 1965 τα εκτελεστικά όργανα αυτών των οργανισμών συγχωνεύονται, το Λουξεμβούργο αποτελεί μαζί με τις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, τον τρίτο πόλο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Η ΕΚΑΧ αποτελεί τη βάση μιας νέας περιόδου ανάπτυξης της βιομηχανίας σιδήρου του Λουξεμβούργου. Η Κοινή Αγορά δημιουργεί νέες προοπτικές σε όλους τους οικονομικούς κλάδους και ευνοεί εκ νέου τη κινητικότητα των εργαζομένων για την επίτευξη της οικονομικής ανάπτυξης.

 

Δεύτερο μισό του 20ου αιώνα

Το 1964, ο Μεγάλος Δούκας Ιωάννης διαδέχεται τη μητέρα του, Μεγάλη Δούκισσα Καρλότα. Οι δεκαετίες 1950 και 1960 σηματοδοτούν μια αισθητή αύξηση στην παραγωγή χάλυβα η οποία αγγίζει τα 6 εκατομμύρια τόνους στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Από τη δεκαετία του 1970, ωστόσο, μετά την κρίση της ευρωπαϊκής και διεθνούς βιομηχανίας σιδήρου, ξεκινά μια σημαντική προσπάθεια αναδιάρθρωσης της εν λόγω βιομηχανίας, η οποία, χάρη σε μια υποδειγματική εθνική αλληλεγγύη, θα μειώσει σταδιακά το ποσοστό του εν λόγω κλάδου σε λιγότερο από 5% του ΑΕΠ (1990). Η σύσταση της τριμερούς συνδιάσκεψης, το 1977, διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης, συνδικάτων και εργοδοτών για να ξεπεραστούν οι επιπτώσεις της κρίσης.

Προς το τέλος του 20ου αιώνα, η αλματώδης ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής θέσης του κράτους, προωθούμενη από ένα ευνοϊκό νομικό πλαίσιο, καθώς και η εμφάνιση νέων υπηρεσιών θα μεταμορφώσουν σε βάθος τη δομή της οικονομίας του Λουξεμβούργου.