Recherche avancée

Athènes > Πληροφορίες για το Λουξεμβούργο > Το γλωσσικό καθεστώς >

Το γλωσσικό καθεστώς

Το γλωσσικό καθεστώς στο Λουξεμβούργο χαρακτηρίζεται από την πρακτική και την αναγνώριση τριών επίσημων γλωσσών: της λουξεμβουργιανής, της γαλλικής και της γερμανικής. Προκειμένου να γίνει κατανοητό αυτό το μάλλον ασυνήθιστο καθεστώς, παρατίθεται ακολούθως ένα σύντομο ιστορικό για τη γλωσσική πρακτική στο Λουξεμβούργο.

Τα ονόματα των πόλεων στο Λουξεμβούργο αναγράφονται σε δύο γλώσσες.

 

  • Ιστορικό
  • Το υφιστάμενο καθεστώς
  • Διγλωσσία ή τριγλωσσία;
  • Η κοινωνικοπολιτική διάσταση της τριγλωσσίας

 

Ιστορικό

Η πολυγλωσσία στο Λουξεμβούργο είναι απόρροια της συνύπαρξης δύο εθνοτικών ομάδων, μιας ρομανικής και μιας γερμανικής. Από πολύ παλιά ήδη, η γαλλική γλώσσα έχαιρε ιδιαίτερου κύρους. Ούτε οι Ισπανοί, ούτε οι Αυστριακοί, αλλά ούτε και οι Γάλλοι έθεσαν ποτέ υπό αμφισβήτηση την πλεονεκτική χρήση της γαλλικής ως επίσημης γλώσσας της διοίκησης. Η γερμανική χρησιμοποιούνταν ως γραπτή γλώσσα στον κλάδο της πολιτικής για το σχολιασμό νόμων και διαταγμάτων, προκειμένου να καταστούν κατανοητά σε όλους. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση η διδασκαλία «ξένης γλώσσας» περιορίζεται στα γερμανικά, ενώ τα γαλλικά προστίθενται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

 

Η διαίρεση της βαλονικής επικράτειας το 1839, μετά τη σύσταση του Μεγάλου Δουκάτου, δεν επέφερε τροποποιήσεις στη χρήση των γλωσσών και τη γλωσσική πρακτική. Ο νόμος της 26ης Ιουλίου 1843 ενίσχυσε σημαντικά τη διγλωσσία, εισάγοντας τη διδασκαλία της γαλλικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι τα λουξεμβουργιανά ("Lëtzebuergesch"), φράγκικη – μοσελάνικη διάλεκτος, έχουν αποκτήσει μέχρι τις μέρες μας μια υποδεέστερη θέση. Η διδασκαλία τους εισήχθη για πρώτη φορά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το 1912.

 

Μέχρι το 1984, η επίσημη χρήση των γλωσσών βασιζόταν στα διατάγματα του Μεγάλου Δούκα του 1830, του 1832 και του 1834, τα οποία καθιέρωναν την ελεύθερη επιλογή μεταξύ της γαλλικής και της γερμανικής γλώσσας. Στη διοίκηση ωστόσο, αξιοσημείωτη είναι η γενική τάση να προτιμάται η γαλλική.

 

 

Το υφιστάμενο καθεστώς

Το υφιστάμενο γλωσσικό καθεστώς στο Λουξεμβούργο ακολουθεί τη λογική του ρου της ιστορίας. Η ιεραρχημένη διγλωσσία εξακολουθεί να βασιλεύει. Από τη συνταγματική αναθεώρηση του 1948 όμως έλαβε νέα σημασία. Στην πραγματικότητα η εν λόγω αναθεώρηση έδωσε στο νομοθέτη τη δυνατότητα να διευθετήσει μέσω νόμου το γλωσσικό καθεστώς. Η νέα αυτή δυνατότητα ώθησε τη Βουλή να ψηφίσει το νόμο της 24ης Φεβρουαρίου 1984, ο οποίος εκ πρώτης όψεως δεν επιφέρει αλλαγές στην παραδοσιακή κατάσταση της διγλωσσίας.

 

Η ιδιαιτερότητα του εν λόγω νόμου συνίσταται στην καθιέρωση, για πρώτη φορά, της λουξεμβουργιανής ταυτότητας (η οποία υφίσταται από τότε και ιδίως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και συγχρόνως στη διαπίστωση ότι τα λουξεμβουργιανά είναι η εθνική γλώσσα. Ο νόμος του 1984 αναγνωρίζει τις τρεις γλώσσες του Λουξεμβούργου, τα λουξεμβουργιανά, τα γαλλικά και τα γερμανικά ως επίσημες γλώσσες. Η ισοτιμία αυτή εμποδίζεται ελαφρά από μια διάταξη του εν λόγω νόμου (άρθρο 3) σύμφωνα με την οποία οι διοικούμενοι πρέπει να χρησιμοποιούν τις τρεις γλώσσες «στο μέτρο του δυνατού». Αναμφίβολα τα γαλλικά παραμένουν η γλώσσα της νομοθεσίας (άρθρο 2), γεγονός το οποίο οφείλεται στην εφαρμογή του ναπολεόντειου αστικού κώδικα.

 

Το βέβαιο είναι ότι αυτή η αναγνώριση προσέδωσε μεν αξία στη λουξεμβουργιανή ταυτότητα, δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι η λουξεμβουργιανή γλώσσα αφενός δεν είναι επαρκώς αναπτυγμένη ως γραπτή γλώσσα, αφετέρου δεν την κατέχει επαρκής αριθμός Λουξεμβούργιων.

 

Ο κανονισμός του Μεγάλου Δούκα της 30ης Ιουλίου 1999 επέφερε μεταρρυθμίσεις στο επίσημο σύστημα της λουξεμβουργιανής ορθογραφίας.

 

Διγλωσσία ή τριγλωσσία;

 

Αν και η διγλωσσία μετετράπηκε εκ νόμου σε τριγλωσσία, κανείς δεν θα τολμούσε να απεμπολήσει τα γαλλικά ή τα γερμανικά προς όφελος των λουξεμβουργιανών. Η σημασία της γαλλικής και της γερμανικής γλώσσας δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά αντιπροσωπεύει την εθνική ταυτότητα που σφυρηλατήθηκε χάρη στη συνύπαρξη του ρομανικού και του γερμανικού κόσμου. Διατηρώντας αυτές τις δύο γλώσσες, το Λουξεμβούργο παραμένει το σύμβολο ενός σημείου συνάντησης του ρομανικού και του γερμανικού πολιτισμού, καθώς και πολλών άλλων πολιτισμών σήμερα του κόσμου ολόκληρου.

 

Η αναγνώριση επομένως των λουξεμβουργιανών δεν απαξιώνει την παραδοσιακή διγλωσσία, αλλά αντιθέτως την ενισχύει και την εμπλουτίζει. Πρέπει ωστόσο να αποφευχθεί ο καταποντισμός της γλώσσας των αυτοχθόνων από τις δύο άλλες γλώσσες.

 

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση της τριγλωσσίας

Η διδασκαλία της λουξεμβουργιανής γλώσσας στο σχολείο έπεται εκείνης των γαλλικών και των γερμανικών. Διδάσκεται μόνο μία ώρα την εβδομάδα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τούτο μόνο κατά τα πρώτα χρόνια. Η σχολική γλωσσική πρακτική αντικατοπτρίζει επίσης τη στάση της χώρας ως προς τη χρήση των γλωσσών. Την εν λόγω στάση χαρακτηρίζει το άνοιγμα προς την Ευρώπη, σε πολιτικό και πανεπιστημιακό επίπεδο.

 

Σε πολιτικό επίπεδο, το Λουξεμβούργο συνέβαλε στη δημιουργία μιας ενωμένης Ευρώπης με τον Robert Schuman. Η γνώση των δύο βασικών γλωσσών της Ευρώπης έδωσε τη δυνατότητα στο Λουξεμβούργο να ενταχθεί εύκολα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και ακόμα περισσότερο να καταστεί παράγοντας ενοποίησης και προόδου.

 

Στο πανεπιστημιακό επίπεδο, η διγλωσσία επιτρέπει στους Λουξεμβούργιους φοιτητές να πραγματοποιήσουν πανεπιστημιακές σπουδές σε όλες τις γαλλόφωνες, γερμανόφωνες και αγγλόφωνες χώρες. Τα αγγλικά στην πραγματικότητα διδάσκονται ιδιαιτέρως εντατικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς και κατ’επιλογήν τα λατινικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά.

 

Η τριγλωσσία επιτρέπει στους ξένους που μιλούν γαλλικά ή γερμανικά και μπορούν να ζήσουν στο Λουξεμβούργο να ενταχθούν πιο εύκολα. Με αυτόν τον τρόπο η τριγλωσσία αντιπροσωπεύει το άνοιγμα προς το εξωτερικό και τη βούληση να γίνει δεκτό το εξωτερικό στο Λουξεμβούργο.